Μετά το 3ο και το συνεχές-με "κόφτη"- Μνημόνιο

Τ

Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν "σωτήρες"
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν μετέωροι και άπρακτοι την κυβέρνηση "κοινωνικής σωτηρίας" της αριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ για να μας λύσει όλα τα προβλήματα! Να συμφωνήσει με τους "θεσμούς", να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη "λιτότητα" και την "ανθρωπιστική κρίση". Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της "σθεναράς διαπραγμάτευσης" με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα "βαρίδια" της, έκανε "φαστ τρακ" εκλογές, για μια νέα "ισχυρή εντολή" από το ζαλισμένο "πόπολο". Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να "πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει".
Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καταρρέουν και οι τελευταίες ελπίδες του ζαλισμένου "πόπολου".
​Για όσους έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις, δεν μας μένει παρά:
να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, που θα στηριχθεί:
-στην οικονομία των βιοτικών αναγκών και στα "κοινά" όσον αφορά στο περιεχόμενο,
-στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
-στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
-στην εγγύτητα, τις μικρές αποστάσεις και την ελεύθερη ενέργεια των ΑΠΕ, όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα
-Στην άμεση δημοκρατία όσον αφορά στις αποφάσεις και τους πολιτικούς θεσμούς

Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις.
Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης για τη μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες:

Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης
1. Το παγκόσμιο πλαίσιο
Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω».

Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια (βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.

Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Στο προηγούμενο της κρίσης διάστημα το χαρακτηριστικό ήταν η αύξηση ιδίως των καταναλωτικών χρεών. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.
Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».
Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.
Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.
Όμως και η αυξημένη κατανάλωση υλικών αγαθών και η αυξημένη παραγωγή τους απαιτούν αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία (αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης (τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.
Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργίαοικολογικών χρεών.
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο υπερκατανάλωσης, μέχρι το 2030 θα χρειαζόμασταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη. Ο καπιταλισμός λοιπόν αντιμετωπίζοντας αυτή την πραγματικότητα, από τη μία εξασφαλίζει για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας καταναλώνοντας τους εναπομείναντες πόρους και από την άλλη-για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας-την«φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.
Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.
2. Όσον αφορά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.
Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.
Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.
Σε όλη τη μεταπoλεμική περίoδo μόvo τo 15% τωv συvoλικώv επεvδύσεωv παγίoυ κεφαλαίoυ στρεφόταv στη μεταπoίηση, εvώ τo 42% τωv ιδιωτικώv επεvδύσεωv στρεφόταv στην οικοδομή και τα 2/3 τωv δημoσίωv στηv υπoδoμή.
Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.
Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».
Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» της τρόικα ή των θεσμών της ΕΕ στη συνέχεια-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με ένα τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.
Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίησή» τους. Τελικά όχι μόνο των μεσαίων τάξεων.
Όσον αφορά στην Ελλάδα λοιπόν, που υπήρξε ιδιαίτερα επιρρεπής στο «να καταναλώνει περισσότερο από ό,τι παράγει», το «πρόγραμμα αναπροσαρμογής» οδηγεί στη «φτωχοποίηση» ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του περιβάλλοντος της χώρας.
Η ζωή θα γίνει για τους περισσότερους Έλληνες –εκτός της τοπικής ελίτ-σε μεγάλο βαθμό αβίωτη. Είναι γενικά φανερό ότι η πολυπληθής ελληνική μεσαία τάξη περνά σε αυτούς που αποκαλούμε «από κάτω».
Παρόλο το αίσθημα ενοχής, που κυριαρχεί σήμερα στα περισσότερα στρώματα λόγω και της προπαγάνδας του «όλοι μαζί τα φάγαμε», κάποια στιγμή, ιδίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ανειδίκευτων εργαζομένων και των ανέργων δε θα μπορούν να αποδεχθούν άλλο την εξαθλίωσή τους. Μαζί με κάποια μέχρι τώρα βολεμένα, αλλά «νεόπτωχα» πλέον στρώματα, θα πάψουν να συναινούν στην υπάρχουσα Ε.Ε. Δε θα μπορούν να δεχθούν για τη χώρα τον ρόλο που θα της έχει αναθέσει ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Σαν χώρας δηλαδή που θα έχει χάσει την αυτάρκεια, θα έχει καταστρέψει το περιβάλλον της και θα έχει γίνει περιοχή φθηνών υπηρεσιών και τουρισμού. Σαν χώρας εξαρτημένης πλήρως από τις εισαγωγές για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του πληθυσμού με δημιουργία ελλειμμάτων και άρα ανάγκης για συνέχιση της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτησή της για να συνεχίζεται το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης.
Αλλά ταυτόχρονα θα καταλάβουν ότι δε μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω, στο προηγούμενο της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στον υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και στο μεγενθυμένο οικολογικό αποτύπωμα. Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούμε όλοι ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία μας να «ανελιχθούμε» κοινωνικά και να επιδιώξουμε την «ευημερία» μας μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που μας αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούμε καθαρά ότι η ευζωία μας δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση .
Μπορεί να επιτευχθεί αν επιδιώξουμε την ευζωία μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.
Να αντιληφθούμε ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.
Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι τη διαμόρφωση των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.
Πριν από όλα να μην αισθανόμαστε φτωχοί επειδή πιθανά δεν έχουμε χρήματα, ούτε άχρηστοι επειδή δεν έχουμε κάποια μισθωτή θέση εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ή στο κράτος. Να μη αισθανόμαστε αδύναμοι, επειδή το κόμμα που ψηφίζαμε δεν μας εκπροσωπεί τελικά και έτσι να αποσυρόμαστε από τα «κοινά».
Αν σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν καταναλωτές πολιτικών και αποφασίσουμε να συμμετάσχουμε στις διεργασίες διαμόρφωσης της πολιτικής, στις προσπάθειες δημιουργίας συλλογικών μορφών εργασίας και παραγωγής για την ικανοποίηση βιοτικών κατ αρχήν αναγκών, θα αντιληφθούμε, ότι ο καλύτερος διαμεσολαβητής είμαστε οι ίδιοι για τον εαυτό μας.
Ένα κίνημα, που θα ξεκινήσει από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., θα πρέπει να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους,αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά θα αλλάζει και την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τονκυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.
Όσα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις θα θέλουν να βοηθήσουν σε αυτό, θα χρειασθεί να ρίξουν το βάρος τους, όχι στις εκλογές, αλλά στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της, αν αρνηθεί τη θέση της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και δε συμμορφωθεί με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις, για να εξαναγκασθούν να κάνουν στάση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων και να στραφούν στη στήριξη των συλλογικών αγαθών και μισθών ικανών να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Αν διαμορφώσει συνθήκες ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής, ώστε σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών με δικό τους νόμισμα κ.λ.π. Αν βοηθήσει να επαναπροσδιορισθούν γενικότερα από την κοινωνία οι βασικές μας ανάγκες και ο τρόπος ικανοποίησή τους-όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης- με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, επιδιώκοντας την «ευζωία με ατομική εγκράτεια και μέσα από τη συλλογική αφθονία». Επιδιώκοντας περισσότερο την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωσή μας σαν ανθρώπινα όντα μέσα από τη συμμετοχή μας στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία-σε ισορροπία με τη φύση -και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.
3. Ο ρόλος της Τοπικοποίησης
Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική -στα πλαίσια της αποανάπτυξης-για στροφή σε μια αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.
• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη Γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας. Πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία
Για τη χώρα μας:
Nα αναβιώσουμε το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
Θα χρειασθεί να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.
4. Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
•Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους - εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του "εμψυχωτή")
•Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
•Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι»,γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
•οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
•Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου
5. Ο ρόλος του κοινοτισμού
Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:
• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)
Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».
Η δική μας συνολική πρόταση:
Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία δημοκρατικής αυτονομίας που θα στηριχθεί:
• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης
6. Ο Συνομοσπονδισμός
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι τοπικές κινήσεις πολιτών για τη δημοκρατική αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κίνηση για τη "Δημοκρατική Αυτονομία"-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.
Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους«συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους[1] για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α. Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας τηνκοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.
Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδίασε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).
Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούνσυνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.
7. Ο ρόλος και η έννοια της Βιο-περιφέρειας στα πλαίσια της στρατηγικής της τοπικοποίησης (Ρεγκιοναλισμού)
Δεν ταυτίζεται με την έννοια της διοικητικής περιφέρειας, όπως εκφράζεται στον «Καλλικράτη», όπου είναι μια δομή του περιφερειακού κράτους. Ούτε 100% με την έννοια της γεωγραφικής περιφέρειας. Το ίδιο δεν ταυτίζεται με την έννοια ενός οικοσυστήματος ή μιας οικοπεριοχής- όπως ορίζονται στην επιστήμη της οικολογίας- γιατί είναι συνήθως μεγαλύτερη. Δεν ταυτίζεται επίσης με μια οικοζώνη, από την οποία είναι μικρότερη. Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα.
Χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που εντάσσεται η ανθρώπινη κοινωνία της με το φυσικό της περιβάλλον. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου, της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της. Μπορεί να είναι μια περιοχή στα πλαίσια μιας νομαρχίας του παρελθόντος (π.χ. Μαγνησίας) με 1-2 αστικούς δήμους και μερικούς περιφερειακούς δήμους και κοινότητες, που μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία πόρων και ενέργειας. Μπορεί βέβαια να επεκταθεί και στα πλαίσια μιας υπάρχουσας περιφέρειας του "Καλλικράτη", όπως η Θεσσαλία, αλλά θα εξαρτάται και από τον ανθρώπινο πληθυσμό της που δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 1.000.000. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακά!
Για τον καθορισμό της λοιπόν σαν μια δομή στα πλαίσια της ελλαδικής Αυτοδιοίκησης με τα σημερινά δεδομένα του Καλλικράτη, απαιτείται νομική παρέμβαση από τη πλευρά της υπάρχουσας κεντρικής εξουσίας με νέο νόμο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και με μεταφορά πόρων προς αυτήν. Για την ολοκλήρωσή της όμως σαν θεσμός άμεσης δημοκρατίας, θα απαιτηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο από μια μετακαπιταλιστική κοινωνία μετάβασης στην άμεση δημοκρατία και τον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, και μάλιστα με επέκταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια μιας τέτοιας βιοπεριφέρειας μπορεί να στηρίζεται σε δομές σαν τις παρακάτω:
• Πέρα από τη πυρηνική οικογένεια, είναι επιθυμητό να δημιουργηθούν και να επικρατήσουν «διευρυμένες» οικογένειες (όχι γενετικής συγγένειας, αλλά περισσότερο ιδεολογικής συγγένειας και με όλες τις ηλικίες- η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη , η επιβίωσή της αδύνατη στο μέλλον από ένα καταρρέον συνταξιοδοτικό σύστημα), σαν κύτταρα των μελλοντικών χωρικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».
• Στην επανασύσταση ως αυτοδιοικητικών μονάδων των υπαρχόντων χωρικών κοινοτήτων της υπαίθρου της.
• Στην επανασύσταση των μικρών δήμων, με το χωρισμό των μεγάλων πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων, οι οποίοι συστήνουν με τη σειρά τους αστικές κοινότητες με βάση τις οδούς στις γειτονιές των πόλεων που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000-2000 κατοίκους.
8. Η παρέμβαση των Τοπικών Κινήσεων Δημοκρατικής Αυτονομίας με βάση τη Βιοπεριφέρεια:
Έως ότου επιτευχθεί αυτό με νόμο από τη Κεντρική Εξουσία, το κίνημα για την Δημοκρατική Αυτονομία… (και οι αναφερθείσες Τοπικές Κινήσεις Πολιτών που θα έχει δημιουργήσει) λειτουργεί και παρεμβαίνει με βάση τη παραπάνω «σκιώδη»διαμόρφωση της Τ.Α. από τη δική του μεριά (π.χ. τον «Καλλικρατικό Βόλο» θα τον χωρίσει σε Βόλο και Νέα Ιωνία, όπως ήταν πριν το «Καλλικράτη), σε αντιπαράθεση με την υφιστάμενη Τ.Α., όσο αυτή υπάρχει. Συστήνει λοιπόν στα χωριά και στις πόλεις, με βάση την οδό( σε μεγάλη πόλη) ή την μικρή γειτονιά-σαν κοινοτικά κύτταρα- Συνελεύσεις Πολιτών(ΣΠ), όπου συμμετέχουν, συζητούν και αποφασίζουν-όσοι ενεργοί πολίτες ενδιαφέρονται στην αρχή και στη συνέχεια όσοι πείθονται ότι έχει σημασία για αυτούς- για τον προγραμματισμό και τον προϋπολογισμό του δήμου στον οποίο ανήκουν. Συστήνει επακόλουθα με εκλεγμένα και ανακλητά μέλη (με ποσόστωση 50-50 άνδρες γυναίκες και ανεξάρτητα της υπηκοότητας των πολιτών) Συντονιστικά Συμβούλια Κοινοτήτων(ΣΣΚ)- αυτών των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων- για την προώθηση των αποφάσεών τους προς τα υπάρχοντα δημοτικά συμβούλια, θέτοντάς τα προ των ευθυνών τους και πιέζοντάς τα να τις λάβουν υπόψη στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό του υπάρχοντος δήμου. Καλύτερα θα μπορούσε να συσταθεί μια επιπλέον δομή, δηλαδή από όλα τα ΣΣΚ εκλέγεται ένα ολιγομελές Συντονιστικό Συμβούλιο Πόλης (ΣΣΠ) ήΣυντονιστικό Συμβούλιο Ενότητας Χωριών (ΣΣΕΧ)-όπου με την Ενότητα Χωριών εννοούμε κοντινά χωριά που ανήκαν πριν σε «Καποδιστριακό Δήμο»- που θα αναλάβει την προώθηση των αποφάσεων των υπό διαμόρφωση κοινοτήτων ανάλογα με την προτεραιότητα των αναγκών τους, την οποία προτεραιότητα αποφασίζει δημοκρατικά το ΣΣΠ ή ΣΣΕΧ, προς τους δήμους.
Από όλα τα ΣΣΠ και ΣΣΕΧ εκλέγεται δημοκρατικά με ανακλητά μέλη και την ίδια ποσόστωση το Συντονιστικό Περιφερειακό Συμβούλιο (ΣΠΣ), το οποίο παρεμβαίνει στην υπάρχουσα Περιφέρεια και προωθεί εκείνα τα αιτήματα των κοινοτήτων που αφορούν στην Περιφέρεια.
Ένα τέτοιο Σύστημα Συμβουλίων (ΣΣ), εξελισσόμενο από βαθμίδα σε βαθμίδα, θα αποτελέσει τον πολιτικό κορμό για τη μετάβαση σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας και θα πρέπει να ενεργοποιήσει και να εμπλέξει όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις διεργασίες του, ώστε το πρόγραμμα μετάβασης που θα αναπτύξει να είναι όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό.
Επειδή θεωρούμε τον αγροδιατροφικό τομέα σαν εφαλτήρα για τη μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι από την αρχή αναγκαίο να συσταθεί και ιδιαίτερο Συντονιστικό Συμβούλιο Αγροδιατροφικού Τομέα (ΣΣΑΤ), το οποίο με βάση τις διατροφικές ανάγκες που θα έχουν προταθεί από τις υπό διαμόρφωση Κοινότητες και σε συνεργασία με το ΣΣ, θα ολοκληρώσει και ένα πρόγραμμα για τις αγροδιατροφικές οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια του κάθε δήμου και στη συνέχεια της περιφέρειας. Επίσης θα είναι σημαντικό να γίνει σε κάθε δήμο ένα ιδιαίτερο Συμβούλιο Δημοτικού Τομέα Οικονομίας (ΣΔΤΟ),για τη στήριξη του ιδιαίτερου οικονομικού ρόλου του δήμου που θα αφορά σε όλους τους πολίτες
Το ίδιο θα χρειασθεί να γίνει και για κάθε άλλον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας-στηριγμένης στη συνεργατική και συνεταιριστική οργάνωσή της- στους δήμους και τις περιφέρειες, όπως για την υγεία, την χειραφετητική παιδεία-εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, τη βιοτεχνική- βιομηχανική παραγωγή, τον ενεργειακό εφοδιασμό, τοπεριβάλλον και την οικολογική ισορροπία, την αυτοάμυνα κ.λπ.
9. Και μια σημείωση σχετικά με την ιδιοκτησία
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεκαθαρισθεί εκ των προτέρων και θα εξαρτηθεί από τις οικονομικές δομές που θα δημιουργήσει κάθε τοπική κοινωνία ισοκατανομής (οικονομικής-κοινωνικής-οικολογικής-πολιτικής). Από τη στιγμή όμως που το βασικό κύτταρό της θα είναι η κοινότητα, είτε χωρική θα είναι αυτή, είτε δραστηριοτήτων, είτε ενδιαφερόντων, είναι προφανές ότι θα προάγεται η συλλογική ιδιοκτησία. Η ατομική δεν θα έχει καμία τύχη, γιατί οι άνθρωποι θα οργανώσουν την καθημερινότητά τους βασισμένοι στις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Μάλλον δεν θα προτιμήσουν την πυρηνική οικογένεια, αλλά τη «διευρυμένη οικογένεια» που θα περιλαμβάνει περισσότερους γονείς καθώς και τις 3 γενιές τους (παππούδες-γιαγιάδες-παιδιά), εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη των γενιών. Θα είναι η ευνοϊκότερη (σε σχέση με την πυρηνική οικογένεια) εξέλιξη της παλιάς αυτοδύναμης-αυτάρκους πολυπληθούς πατριαρχικής ή μητριαρχικής οικογένειας (Οι υπάρχουσες σήμερα "ομάδες συγγένειας" της καθημερινής ζωής ή οι οικοκοινότητες, μπορούν να δώσουν μια εικόνα της «διευρυμένης οικογένειας»).
Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της η ατομική ιδιοκτησία και θα εντάσσεται με τη θέλησή της στη συλλογική-κοινοτική ή ακόμα καλύτερα στη δημοτική ιδιοκτησία, αφού θα δοθεί προτεραιότητα στον δημοτικό τομέα οικονομίας. Δεν θα χρειασθεί να γίνει «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και της γης (με νόμο και με βία), όπως απαίτησε η «κρατικοποίηση», όπου εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα.

Τι να κάνουμε: τα πρώτα βήματα, μετά τη κατάρρευση της οικονομίας και της πολιτικής των «μνημονίων»

Περισσότερα στο:
http://topikopoiisi.blogspot.gr/p/blog-page_10.html


Επισκεφθείτε και την νέα ιστοσελίδα μας: http://www.topikopoiisi.eu/






Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ(2)

2. ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ


2.1. Η διαδικασία μετάβασης (στο πλαίσιο του «ευ πράττειν και ευ ζην») σε ανώτερο επίπεδο σκέψης και συνείδησης, πνευματικότητας, μεθόδων ορθολογικής κρίσης - λήψης αποφάσεων και ποιητικής φιλοσοφίας πραγματοποιείται εκτός οποιουδήποτε δικτύου σχέσεων προσώπου-εξουσίας (νομιμοποιημένης ή μη θεσμικώς).

2.2. Τα ελεύθερα πρόσωπα, ως μέλη του αυτοελεγχόμενου και αυτόνομου γενικότερου (ίδετε 4.2.1. παρόντος) συνόλου ανθρώπων δεν υπόκεινται σε αρνητικές δράσεις και ιδέες που αναιρούν τις ιδιότητές τους και δεν είναι δυνατόν να συστήσουν ενσυνείδητη και δημοκρατούμενη ένωση πολιτών βασιζόμενα στις εκλογές. Τα ανωτέρω μέλη, στην πορεία και εν μέσω αγώνων για την κατάκτηση κάθε φορά ανώτερων επιπέδων διαβίωσης, συνύπαρξης και συμβίωσης που ορίζονται α) απ’ την πραγματικότητα της επιβίωσης

[τις αντικρουόμενες ανάγκες, τακτικές και συμπεριφορές καθώς και την ατομική και συλλογική στάση στο γεγονός της υποχρεωτικότητας (αναγκαιότητας) της συνύπαρξης και συμβίωσης των ανθρώπων με διαφορετικά είδη έμβιων όντων και λοιπά φυσικά στοιχεία σε συγκεκριμένο φυσικό περιβάλλον],

β)από την σχέση τους με τα δημιουργήματά τους (πνευματικά, διανοητικά και υλικά) και γ) (κατά περίπτωση) από την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα και λιγότερο από τον αλτρουισμό

δεν βασίζονται σε Αρχηγούς, Κόμματα, Εκλογές, Κοινοβούλια, αντιπροσωπευτικές Δημοκρατίες, Ναούς, Σωτήρες κ.λπ. ούτε μετατρέπονται σε Υπηκόους, Μάζες και Αγέλες, ιδιότητες που ευθέως παραπέμπουν σε εξουσιαστικά καθεστώτα ιεραρχίας και κυριαρχίας, σε υποταγή και εκμετάλλευση (ίδετε και Sharp, 2010:78).

Οι βουλευτικές εκλογές δεν αποτελούν στοιχείο ή τακτική των μηχανισμών επιβίωσης, συνύπαρξης και συμβίωσης ούτε κάποιου άλλου είδους ριζική ανάγκη, ώστε τυχόν έλλειψή τους ή περιφρόνησή τους να λογίζεται ως κίνδυνος ή να θεωρούνται απαραίτητο πεδίο άσκησης ελευθερίας.

2.3. Η δομή των εκλογών, απ’ τον σκληρό πυρήνα τους μέχρι τα εξώτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά τους, επιτρέπει την εκπλήρωση των σκοπών τους με την διεξαγωγή τους και μόνον. Ως εξουσιαστικό πολιτικό εργαλείο νομιμοποίησης και επιβολής, από οποιονδήποτε και αν χρησιμοποιούνται και οποιαδήποτε και αν είναι τα αποτελέσματα κάθε «εκλογικής αναμέτρησης (sic)», οι εκλογές επιτελούν την λειτουργία τους μόνον με την συμμετοχή των υποψηφίων και την μετάβαση των ψηφοφόρων στις κάλπες. Στο καθεστώς των ‘δημοκρατιών’ της «αντιπροσώπευσης» και των παντός είδους «κοινοβουλίων» η κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση όλων των δραστηριοτήτων των εξουσιαστών (πολιτικών και οικονομικών κυριάρχων, καταπιεστών, εκμεταλλευτών και ‘σωτήρων’ – των ακολούθων τους συμπεριλαμβανομένων) διέρχεται εξάπαντος από τον δεσπόζοντα μηχανισμό των εκλογών.

Όποιος συμμετέχει (είτε ως υποψήφιος είτε ως ψηφοφόρος) στις βουλευτικές εκλογές που οργανώνονται και διενεργούνται απ’ την θεσμοθετημένη (νομιμοποιημένη ή μη) πολιτική εξουσία, γίνεται συμμέτοχος στην κατά τ’ ανωτέρω νομιμοποίηση και συμβάλλει αποφασιστικά στην προσπάθεια των εν λόγω εξουσιαστών και ακολούθων τους να σφίξουν και να στερεώσουν γύρω απ’ τον λαιμό των υπολοίπων πολιτών τον βρόχο ανανέωσης και συντήρησης του τάφου της υποταγής, της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας.

Ο χαρακτήρας των βουλευτικών εκλογών δεν είναι συγκυριακός· είναι δομικός και εξαρτάται αδιαχώριστα από το πολιτικό σύστημα που είναι αντικειμενικά κατάλληλο για την επιτέλεση των λειτουργιών που εξυπηρετούν τις κυρίαρχες ελίτ και τους υπηρέτες τους. Η αντικειμενική πραγματικότητα και οι συνθήκες διαβίωσης όσων εκ των πολιτών έχουν καταληστευθεί (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς) από μικρές και μεγάλες εξουσίες και δίκτυα ‘παραδείσων’ και διαφθοράς δεν γίνονται υπό καθεστώς εκλογών παίγνιο στα χέρια κανενός σωτήρα και διώκτη του «κακού» (ίδετε και Taguieff, 2011). Δεν μπορούν οι εκλογές να αποτελούν στοιχείο μιας στρατηγικής απελευθέρωσης. Αποτελούν μόνον στοιχείο μιας στρατηγικής υπεράσπισης και ενίσχυσης των ιεραρχικών δομών κυριαρχίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Οι εκλογές άρα δεν διεξάγονται για την αλλαγή μιας υφισταμένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας αλλά για την διευθέτηση ή αναπροσαρμογή του τρόπου διαχείρισής της... Γι’ αυτό και η μη συμμετοχή στις εκλογές αποτελεί βασικό στοιχείο στο πλαίσιο «της έκφρασης αναγκών που απειλούν το σύστημα» (ίδετε Ferrajoli, 1985, Καστοριάδης, ό. π. και Manin, 1997:6, 8).

Οι υπερεθνικές ελίτ (οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά εξουσιαστικά κέντρα, ομάδες και λέσχες, «δεξαμενές» σκέψης, διακρατικές διασκέψεις «ισχυρών» και λοιπά «βασίλεια») και οι εγχώριοι ακόλουθοί τους δεν φοβούνται την συμμετοχή στις εκλογές, αυτήν την επιδιώκουν.

Στο Σύνταγμα του 1975 της επιλεγόμενης ελληνικής «Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» η υποχρεωτικότητα της συμμετοχής στις εκλογές ορίζεται σαφώς: «Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Νόμος ορίζει κάθε φορά τις εξαιρέσεις και τις ποινικές κυρώσεις» (άρθρο 51, παρ. 5). Βέβαια στην αναθεωρημένη της μορφή (Απρ. του 2001) η παρ. 5 του άρθρου 51 παύει να συνοδεύεται από κυρώσεις. Δεν καταργείται όμως η υποχρεωτικότητα – και η ιστορία των εκλογών δεν αρχίζει το 2001.

Δεν φοβούνται την συμμετοχή στις εκλογές, εκείνο που φοβούνται είναι η τυχόν κοινωνική (πόσω μάλλον η πολιτική) νομιμοποίηση της μη συμμετοχής. Για να νομιμοποιηθεί κοινωνικώς και πολιτικώς η μη συμμετοχή στις εκλογές απαιτείται το πλήθος των μη συμμετεχόντων να φθάσει την «κρίσιμη μάζα» πέραν της οποίας οι εκλογές και τα αποτελέσματα που προκύπτουν απ’ την ψηφοφορία απονομιμοποιούνται de facto [κυκλοφορεί και το γνωστό μοιρολατρικό ανέκδοτο πως και τρεις (3) να ψηφίσουν η ‘νέα’ «Βουλή» θα λειτουργεί κανονικά και η κυβέρνηση θα κυβερνά εν ειρήνη ...] Αλλά και χωρίς την ανωτέρω «κρίσιμη μάζα» υπάρχει σοβαρός λόγος να υποστηρίξουμε ότι οι κυβερνήσεις των τελευταίων τουλάχιστον δεκαετιών ακροβατούσαν μεταξύ νομιμοποίησης και de facto απονομιμοποίησης, με επικίνδυνη κλίση προς την απονομιμοποίηση. Υπό τις σημερινές πραγματικές συνθήκες διαπιστώνουμε πως η εξουσία δεν έχει ανάγκη την υποστήριξη της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων σε μια εκλογική διαδικασία για να έχει την πλειοψηφία στην Βουλή. Αυτό το καταφέρνει (δια του εκλογικού νόμου) και με την υποστήριξη της μειοψηφίας.

Υπάρχουν πολλές χώρες όπου η ψηφοφορία δεν είναι υποχρεωτική. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ‘άρχοντες’ εκεί υποστηρίζουν την αποχή. Για διάφορους λόγους (ιστορικούς, πολιτιστικούς, πολιτικούς κ.ά.) η ελευθερία της επιλογής στο συγκεκριμένο θέμα θεωρείται πιο συμφέρουσα γι’ αυτούς από ό,τι η υποχρεωτική συμμετοχή στις εκλογές. Ούτως ή άλλως η εκμετάλλευση, η καταπίεση και η κυριαρχία στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα στηρίζονται στην συμμετοχή στις εκλογές. Αυτό που ανησυχεί τα ‘αφεντικά’ είναι η τυχόν απονομιμοποίηση των εκλογών λόγω μη συμμετοχής και η αντικατάστασή τους με δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Οι τυχόν άλλες μορφές απονομιμοποίησης, που ως πηγή έχουν τα ‘αφεντικά’ (λόγω νοθείας ή εκλογικών νόμων κ.λπ.), αποτελούν περιστασιακές περιπτώσεις, οι οποίες δεν εξαλείφουν το σύστημα των εκλογών. Αυτό εύκολα ‘επιδιορθώνεται’...

Άρα δεν έχει σημασία ποιος κυβερνά ή εκλέγεται υπ’ αυτές τις συνθήκες, ούτε περιμένει κανείς να αποχωρήσουν χαμογελαστοί οι κυβερνώντες ή να παραιτηθούν οι εκλεγέντες μόλις διαπιστωθεί πως το πλήθος των μη συμμετεχόντων έφθασε ή και υπερέβη την «κρίσιμη μάζα». Η νομιμοποίηση (ακόμη και μόνον η κοινωνική) της μη συμμετοχής αποτελεί πρόσφορο και γόνιμο έδαφος για ατομικές («...χειρί λαιά και μόνη» - αρχιμήδειον) και/ή συλλογικές δράσεις και ενέργειες, που οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρουν θεωρούνται νομιμοποιημένες και νόμιμες και δεν μετριούνται με την μεζούρα των αριθμών και των «όγκων», των «επαναστάσεων», της ‘δικαίωσης’ από «μάζες» και «όχλους» ούτε με την μεζούρα κάθε είδους και μορφής ‘σωτηρίας’ και ιεραποστολικών ‘παραδείσων’ παρά μόνον με το περιεχόμενο των δράσεων και ενεργειών αυτών καθαυτές και με το γεγονός ότι βασίζονται σε αρχές και αξίες που δεν συμβιβάζονται και δεν συμπορεύονται με τον νέου τύπου (με βασική νομιμοποιημένη έκφρασή του την ‘αντιπροσωπευτική’ «Κοινοβουλευτική Δημοκρατία») ολοκληρωτισμό των ολιγαρχιών (ίδετε Winters, 2011a, Beder, 2000 και Παράρτημα Β παρόντος) και της παρανοϊκής μαζικής υστερίας της αγέλης. Η απονομιμοποίηση των εκλογών, οι οποίες αποτελούν βασικό μέσον στήριξης της ‘αντιπροσωπευτικής’ «Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» και η αλλαγή (στην περίπτωση που είναι επιθυμητή) του σημερινού κοινωνικοπολιτικού και οικονομικού συστήματος δεν επιτυγχάνεται με την συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές…

Η μη συμμετοχή στις εκλογές αποτελεί πράξη αντίστασης και δεν κρίνεται με βάση τις εκλογές, όπως και η μη συμμετοχή σε εγκληματικές πράξεις δεν κρίνεται με βάση τα νομιμοποιημένα ή μη νομιμοποιημένα (και σε κάθε περίπτωση κοινωνικώς ανήθικα) εγκλήματα. Η μη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές δεν αποτελεί κριτήριο συμμετοχής ή μη συμμετοχής στα κοινά.. «Ιδιώτης» και «αχρείος» είναι όποιος δεν συμμετέχει στα κοινά (στην «πόλη», στα «πολιτικά» και στο «φιλείν») και όχι όποιος δεν συμμετέχει σε εκλογές. Η μετάβαση στις κάλπες δεν ταυτίζεται με την συμμετοχή στα κοινά ούτε αποτελεί στοιχείο τους. Άρα όποιος ψηφίζει μπορεί κάλλιστα να είναι «ιδιώτης» και «αχρείος».Το βάρος και η δυσκολία της μη συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία των βουλευτικών εκλογών ως ενσυνείδητης πολιτικής τακτικής και πράξης αντίστασης δεν εντοπίζονται σε τάχα μου «αγώνες» του είδους «…να βγούμε στους δρόμους…με όπλα στους ώμους» και εξυπνακίστικες «πύρινες» κοκορομαχίες στα «παράθυρα» των τηλεοράσεων, αλλά στην θέληση της μη συμμετοχής αυτής καθαυτήν (ως προϊόν αυτόνομης και ελεύθερης επιλογής).

Η μη συμμετοχή στις εκλογές, ως ενσυνείδητη πολιτική τακτική, δεν απευθύνεται στην πολιτική εξουσία και όσους την στηρίζουν. Απευθύνεται εμμέσως στους λοιπούς πολίτες, κατευθύνεται άμεσα προς την κοινωνία, δεν επιβεβαιώνεται στην ομόνοια «εν τοις νοητοίς», αλλά στην ομόνοια «εν τοις πρακτοίς» (Αριστοτέλης, 4.5. παρόντος) και δεν πωλείται στις λαϊκές αγορές του θεάματος, της ιδεολογίας, της σωτηριολογίας, της πατριδοκαπηλίας, των θέσεων, των αξιωμάτων, των προνομίων και των «εργατικών» εξουσιών. Σε καμιά τιμή και για κανέναν λόγο.

Οι καιροσκόποι ‘προοδευτικοί’ (στην παρούσα περίσταση οι αυτοαποκαλούμενοι «αντιμνημονιακοί» και τα τσιράκια τους) υποψήφιοι και ψηφοφόροι προσπαθούν να δικαιολογήσουν την τυχόν αποτυχία τους μετατρέποντας εκ των προτέρων τους μη συμμετέχοντες σε αποδιοπομπαίους τράγους και υπεύθυνους για όλα τα κακά … των εκλογών. Κι αν οι μη συμμετέχοντες δεν ‘εξηγούν’ πλήρως όλες τις αποτυχίες των ‘προοδευτικών’ συμμετεχόντων τότε είναι πιθανόν να φταίει και ο «λαός», ο οποίος (αν και ψηφοφόρος) δεν κλείνεται αποκλειστικώς στα συγκεκριμένα πολιτικώς ορθά κλουβιά του βολονταρισμού των ιεραποστόλων ‘σωτήρων’ της «εργατικής τάξης», των «αντιρατσιστών φιλανθρώπων» νέας κοπής, των «μετώπων», «κινήσεων», «κινημάτων», «ανατροπών και συνεργασιών», «αναγεννήσεων (sic)», «πρωτοβουλιών», οικολογικών πράσσειν-αλόγων ή πράσινων αλόγων και Αρμαγεδώνων και των αυτοθαυμαζόμενων «αγανακτισμένων» ‘επαναστατών’ ανά τις καθεστωτικές «πλατείες» της μόδας. Ο «λαός» κλείνεται και σε άλλα κλουβιά, ψηφίζει και «μνημονιακούς», οι οποίοι σφάζουν με τα νέας τεχνολογίας «κονσερβοκούτια» τους χρήζοντας προστασίας Πάσχοντες Μνημονιόπληκτους (Το Κακό, ο Διάβολος, ο Μπαμπούλας και το «Θηρίο» άλλαξαν στρατόπεδο). Για τους προαναφερθέντες ‘προοδευτικούς’ οι εκλογές είναι «καλές» και ο λαός «σοφός» μόνον όταν βγαίνουν ‘νικητές’ οι ίδιοι. Άν ‘κερδίζουν’ οι «κακοί», υπάρχει και η «επανάσταση» (με τα ελιτίστικα και τυραννόμορφα ‘πρωτοπόρα’ και ‘προοδευτικά’ κριάρια - οικτρά κακέκτυπα δημεγερτών - να οδηγούν κοπάδια στη σφαγή και να αφιονίζουν αγελαία μαζοποιημένα πλήθη) και η θρασύδειλη ανομία της οικτρώς παραμορφωμένης πολιτικής ανυπακοής (civil disobedience) [τα τυχάρπαστα, ιδιοτελή και αισχρά «δεν πληρώνω» («το κίνημα δεν πληρώνω συμμετέχει στις εκλογές – διαβάστε τις θέσεις μας», http://epitropesdiodiastop.blogspot.com), τα γιαούρτια και το χάιδεμα του πλιάτσικου, της πυρομανίας και της απροσμέτρητου (οριζοντίως και καθέτως) μεγέθους κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς και διαπλοκής]. Όσοι κατηγορούν τους μη συμμετέχοντες στις εκλογές υποθέτουν κατά παντελώς αυθαίρετο τρόπο πως αν αυτοί ψήφιζαν (πράγμα το οποίο δεν έγινε) θα ψήφιζαν ‘σωστά’, όπως δηλ. ψήφισαν και αυτοί που εξαπολύουν κατηγορίες εναντίον τους. Η κατανομή των προτιμήσεων των ψηφοφόρων ακολουθεί την ίδια λογική ασχέτως ποσοστού συμμετοχής. Από πουθενά δεν συμπεραίνεται ότι οι μη συμμετέχοντες θα ψήφιζαν (αν συμμετείχαν) στο σύνολό τους ή στην μεγάλη πλειοψηφία τους κατά έναν ομοιόμορφο τρόπο. Τυχόν τέτοιος ή παρόμοιος συλλογισμός αποτελεί παραλογισμό. Αν οι μη συμμετέχοντες ψήφιζαν θα ενεργούσαν με την ψυχολογία και την λογική των ψηφοφόρων, η κατανομή δηλ. των προτιμήσεών τους θα εντάσσονταν σ’ αυτήν των συμμετεχόντων. Γι’ αυτό και είναι δυνατή η πρόβλεψη των αποτελεσμάτων πολύ πριν καταμετρηθούν όλα τα ψηφοδέλτια είτε μικρή είναι η συμμετοχή είτε μεγάλη. Ακόμη και μετά τα τελικά αποτελέσματα – και για μια συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση – είναι αδύνατον να αποδειχθεί ότι το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό αν συμμετείχαν αυτοί που δεν ψήφισαν.

2.4. Με τις εκλογές δεν εκφράζεται «η λαϊκή βούληση», αλλά δια της απλής προτίμησης των ψηφοφόρων προς συγκεκριμένους υποψηφίους συντελείται η πλήρης μεταφορά αρμοδιοτήτων από το σύνολο των πολιτών ως ενιαίας πολιτικής οντότητας (δήμος) στους βουλευτές, οι οποίοι εν τέλει αποφασίζουν εν λευκώ τι συμφέρει τον «Λαό» και το «Έθνος» (1.4. παρόντος, Dalton et al., 2001:142 και Καστοριάδης, 1995:190-191). Η σημασία των εκλογών δεν έγκειται στην κενή περιεχομένου ψήφο καθαυτήν, αλλά στην καταμέτρησή της. Πέραν της μοναδιαίας ποσοτικής καταμέτρησής της και των πρακτικών συνεπειών της, η ψήφος δεν εμπεριέχει αναγνωρίσιμα ποιοτικά στοιχεία, δεν επιδέχεται κάποιου είδους αξιολόγηση ή μελέτη και δεν προϋποθέτει γνώση και άποψη για τα «πολιτικά πράγματα».

2.5. Η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι προϊόν θέλησης, αλλά παθητική αγελαία πράξη που αποπνέει το πνεύμα μαζοποιητικών και εκμεταλλεύσιμων κοινωνικών μορφωμάτων. Οι ψηφοφόροι δεν μπορούν (και σε επίπεδο συνείδησης και σε επίπεδο νοήματος της καθ’ ημέραν ζωής) να θελήσουν την απαγκίστρωσή τους απ’ τα προστατευτικά δίχτυα της αγέλης και της μάζας ούτε αναλογίζονται τον δουλικό χαρακτήρα της πλήρους εκχώρησης των βασικών πολιτικών λειτουργιών και ατομικών ευθυνών και αρμοδιοτήτων στους «αντιπροσώπους» ... Οι συμμετέχοντες στις εκλογές [υποψήφιοι και ψηφοφόροι (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ‘ψηφίζουν’ «άκυρο» ή «λευκό» )] αποδέχονται πλήρως και υπακούνε κατ’ απόλυτο τρόπο στους όρους και τους κανόνες διεξαγωγής τους, άρα συμφωνούν καθ’ ολοκληρίαν με την δομή, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς τους. Είναι βουλιαγμένοι και/ή ενσωματωμένοι στην εξαθλιωτική κυριαρχία του θεάματος και την αποχαυνωτική προπαγάνδα της διαφήμισης, ένα απαραίτητο πλαίσιο για την προετοιμασία και διεξαγωγή των εκλογών ως μηχανισμού απάτης, σωτηριολογίας, πελατειακής διαφθοράς και αναξιοπρέπειας (ίδετε και Σιμόπουλος, 2003: 21, 371-388 και Markovits, 2005).

Σημειώσεις:

α). Δεχόμενοι πως η ψήφος είναι δικαίωμα, τότε αυτομάτως δεχόμαστε πως η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπάγεται στο πεδίο της ατομικής ελευθερίας. Πράγμα που σημαίνει πως οι πολίτες είναι ελεύθεροι να ασκήσουν ή να μην ασκήσουν το δικαίωμα αυτό.

β). Η συμμετοχή στην γενική διασφάλιση του δικαιώματος της ψήφου (όχι όμως και η συμμετοχή σε εκλογές, ιδιαιτέρως στις βουλευτικές) αποτελεί υποχρέωση όλων των πολιτών.

γ) Αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική δεν είναι η ελευθερία της μη συμμετοχής στις εκλογές, αλλά η τυχόν προσπάθεια κατάργησης του δικαιώματος της ψήφου ή η υποχρεωτικότητα συμμετοχής στις εκλογές (ίδετε και 2.3. παρόντος).

δ). Τα περί εκλογών (με λίγες προσθαφαιρέσεις) αποτελούν επανάληψη μέρους παλαιότερων καταγραφών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου